Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

ΚΟΥΚΟΥΤΣΙ αρ. 2


ΚΟΥΚΟΥΤΣΙ ΑΡ.2 ΙΟΥΛΙΟΣ-ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2010

Σ’ αυτό το τεύχος: 22 έλληνες ποιητές. Αφιέρωμα στην Παλαιστινιακή ποίηση. Ο Π. Μάτεσις μεταφράζει Κρίστοφερ Μάρλοου. Γέητς: 9 ερωτικά ποιήματα. Άδωνις: Νυκτωδίες. Κάρεν Πρες: Ποιήματα από την τελευταία της συλλογή. 

Δοκίμια. Προτάσεις. Εικαστικά: Βασίλης Τάγκαλος (θάλασσα-θέρος) 

Επίσης: Μάχμουντ Νταρουϊς ● Σαρίφ Ελ Μούσα ● Μουχαμάντ Γανάιμ ● Γαζί Αλ Θίμπα ● Γασάν Ζακτάν ● Σαλμάν Μασαχλά ● Ουαλλίντ Χαζαντάρ ● Γουίλλιαμ Σαίξπηρ ● Τζων Νταν ● Τόμας Κάρυ ● Τόμας Λάβελ Μπέντοουζ ● Χ.Γ. Λόνγκφέλλοου ● Φρίντριχ Νίτσε ● Ε.Α. Ρόμπινσον ● Ντίνο Καμπάνα ● Καρλ Σάντμπεργκ ● Γκέριττ Άχτερμπεργκ ● Χίλντα Ντούλιτλ ● Γιέσπερ Σβένμπρο ● Κένεθ Κοκ ● Άντριου Σέσιλ Μπράντλεϋ. 










Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

Ντίνος Σιώτης

1959

Καθώς έσκυβες το κεφάλι δεξιά για
να μπεις στο κάδρο της φωτογραφίας
άφηνες έξω ένα βλέμμα που κάλπαζε

στην παραλία άφηνες έξω τον αμμόλοφο
με τις όμορφες μέρες ενός καλοζωισμένου
Αυγούστου όλα μαζί τα παιδιά έστριβαν

απ’ τα μαγιό το τετράδιο έστριβε απ’ το
μολύβι η πισίνα έστριβε προς τη θάλασσα
η ομορφονιά στον πάγκο με τις γκαζόζες

σου χαμογελούσε ο φωτογράφος ετοι-
μαζόταν να μπει στο σκοτεινό θάλαμο
να ταΐσει το κλουβί με το νεκρό πουλί


(περισσότερα στο Κουκούτσι αρ. 2)

Τόλης Νικηφόρου


ΕΡΗΜΟΣ

ματώνεις ολημέρα στον τροχό

σαν έρθουν τα βαθιά μεσάνυχτα
βάφεις με το αίμα
κόκκινο έναν χαρταετό
και τον υψώνεις με σπασμένα δάκτυλα
στον ουρανό να λάμπει σαν αστέρι

κάθεσαι στο παράθυρο μετά
μακριά τον βλέπεις και δακρύζεις

έτσι γεννιέται τ’ όνειρο


(περισσότερα στο Κουκούτσι αρ. 2)

Κώστας Λάνταβος



ΑΠΟΠΕΙΡΑ

Αν σου πω ότι είμαι νεκρός
μην το πιστέψεις,

Ένα βήμα προς τον πόνο έχω κάνει
και τώρα,

Κυοφορώντας την πτώση μου,

Προχωρώ στο τέλμα του Χρόνου
Μετακινώντας τον ίσκιο μου
Στην άλλη του όχθη,

Καμιά συμφορά δεν αναγγέλλεται
Κάποιος κοιτάζει μέσα στα μάτια
Κι αιχμαλωτίζει το τελευταίο φως.


(περισσότερα στο Κουκούτσι αρ. 2)

Έλσα Κορνέτη



DONNACELLO
για τις «γυναίκες» του Delvaux

 

Γυναίκες όμορφες ψηλές κι ευτυχισμένες Γυναίκες που γεννήθηκαν από τη μέση και κάτω σκληρές άκαμπτες σαν πόρτες από τη μέση και πάνω γυμνές Τα μακριά τους δάκτυλα είναι πάντα για τα προπονημένα δόντια των αρουραίων τόσο τρυφερά Κάθε βράδυ ανασηκώνουν τις φούστες κορμούς Ελέγχουν τις ρίζες τους μην αποδράσουν μη φαγωθούν Γυναίκες εγκάρσια κομμένες ψηλαφούν τα εκτεθειμένα στον άνεμο στήθη Αν είναι εκεί Αν ταλαντεύονται ακόμα Δέντρα Γυναίκες από τη μέση και πάνω τρυπούν τον ουρανό Γυναίκες Δέντρα από τη μέση και κάτω τρυπούν το χώμα Γυναίκες πονηρές έμαθαν να ζωγραφίζουν στα γόνατα τα κίτρινα μάτια του πάνθηρα Γυναίκες άπληστες ανθίζουν Γυναίκες φιλάρεσκες φορούν κάθε χρόνο κι ένα σκουλαρίκι Στροβιλίζονται σε κύκλους Ψηλώνουν Μεγαλώνουν Γυναίκες κούφιες βουλώνουν τρύπες με πούπουλα κερί και αυγά αθώων πλασμάτων Γυναίκες στόχοι ακίνητες με μια πράσινη βούλα στην κοιλιά που ράμφη σφεντόνες σημαδεύουν Γυναίκες φλέβες ταΐζουν με νέκταρ κλαψιάρικα βιολιά και ερωτεύονται Γυναίκες όλες μαζί μ’ ένα φύσημα τρελαίνονται Εκσφενδονίζουν πάνω σου τα βελανίδια τους και Σου τραγουδούν: Όχι άλλα σκιάχτρα να σε περιγελούν Όχι άλλες μασέλες να σε τρώνε Όχι άλλοι καθρέφτες να σου μοιάζουν Μόνο εσύ παράξενο κορίτσι με την κόκκινη πεταλούδα φυτρωμένη στην παλάμη Όταν σου σπάσουν την ψυχή χάνεις την ισορροπία Όταν ο ήχος μιας κάμπιας σε προδώσει Όταν το σημείο εξαφάνισης κουρνιάσει με ένα κοράκι σε ξένη φωλιά Το τελευταίο μελωδικό concertino αρχίζει στο δάσος μ’ έναν χορό Τινάζεις περήφανα τα κλαδιά στην κορυφή του κεφαλιού Γυρίζεις ανάποδα Υψώνεις τα δέντρινα πόδια σου στον ουρανό Περιστρέφεσαι Μια πιρουέτα μόνο και γίνεσαι ένα πελώριο ξύλινο καρφί Ορμάς με φόρα στο μάτι του Θεού


(περισσότερα στο Κουκούτσι αρ. 2)

Τρίτη, 25 Μαΐου 2010

Παλαιστινιακή Ποίηση


Μετάφραση-Εισαγωγή: Στάθης Κομνηνός
 
 
ΜΑΧΜΟΥΝΤ ΝΤΑΡΟΥΪΣ

ΤΗ ΖΩΗ ΛΑΤΡΕΥΟΥΜΕ

Και τη ζωή λατρεύουμε, όπου μπορούμε
Στους τάφους ανάμεσα δύο μαρτύρων χορεύουμε
Ανάμεσά τους αντί για μενεξέδες φοίνικες φυτεύουμε
Ή υψώνουμε ένα μιναρέ.
Τη ζωή λατρεύουμε, όπου μπορούμε
Και του μεταξοσκώληκα κλέβουμε την κλωστή
Έναν ουρανό για μας να ξεδιπλώσουμε
Και στην αναχώρηση να περιφράξουμε.
Την πόρτα του κήπου ανοίγουμε
Ως μέρα ομορφότερη το γιασεμί να ξεχυθεί στους δρόμους.
Τη ζωή λατρεύουμε, όπου μπορούμε
Όταν κάποτε ηρεμούμε, σπέρνουμε γοργά φυτά που μεγαλώνουν
Όταν κάποτε ηρεμούμε, θερίζουμε έναν νεκρό.
Φυσούμε στον αυλό το χρώμα του μακρινού Απόμακρου
Ζωγραφίζουμε στου δρόμου τη σκόνη ένα γέλιο
Και τ’ όνομά μας γράφουμε πέτρα την πέτρα —
Κεραυνέ, φώτισε για μας τη νύχτα, λίγο φώτισέ την.
Τη ζωή λατρεύουμε, όπου μπορούμε



ΓΑΖΙ ΑΛ ΘΙΜΠΑ

Η ΠΟΡΤΑ

Ο άνεμος τις χάρες του θα σφραγίσει όταν στριφογυρίσει
στα δέντρα τού σήμερα
και λόγια εγώ θα πω

λόγια που μαζί με τα πουλάκια θα κοιμηθούν στον άνεμο
και ανάπαυση θα βρουν στους ημερήσιους πειρασμούς

και θα χρησιμεύσουν καθώς ορχείται ο πρώτος
της απόλαυσής μας κρίνος
νυσταλέος ο ποιητής πίσω απ’ τα μάτια του ποιήματος
όμως αυτή η στιγμή της υπνηλίας
με λόγια θα χτυπήσει την πόρτα



(όλο το αφιέρωμα στην Παλαιστινιακή ποίηση στο Κουκούτσι αρ. 2)

Άδωνις


Άδωνις είναι Σύριος ποιητής και δοκιμιογράφος. Γεννήθηκε το 1930.

Μετάφραση: Ελευθέριος Άρελης
 

ΝΥΚΤΩΔΙΕΣ: ΤΟ ΦΥΛΛΑΔΙΟ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
[NOCTURNES: A BOOKLET FOR THE NIGHT OF THINKS]


-Α-

Έχει περάσει. Θα ’πρεπε να την ακολουθήσω;
Θα ’πρεπε να γυρίσω πίσω;
Της αγάπης το φλάουτο είναι περαστικό
και στο χέρι μου δεν υπάρχει πια λύρα καμιά

Έχει περάσει, το φως και η νύχτα
έχουν περάσει, τα δώματα και τα μαξιλάρια της
έχουν απ’ τα χέρια της ξεφύγει.

Με ποιον τρόπο και από πού θα ’πρεπε σ’ εκείνη να επιστρέψω;

-F-

Αυτή είναι η εποχή μας,
κανένα μέλλον, κανένας μετέπειτα χρόνος
προτού οι αγροί είναι σπαρτοί, της σοδειάς ο καιρός έχει φθάσει.

Ω, μυστικοσύμβουλέ μου,
όταν με κάποιον τρόπο και από κάπου
τ’ αστέρια που θα σου ψιθυρίζουν
σ’ εμάς θα ενσταλάξουν
των ουρανών τους την σοφία
Την σοφία που έχουν αποκτήσει;

 

(όλη η σύνθεση Νυκτωδίες στο Κουκούτσι αρ. 2)

Κάρεν Πρες


Κάρεν Πρες, Νοτιοαφρικανή ποιήτρια. Γεννήθηκε το 1956.

Μετάφραση: Κώστας Λιννός
 

ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΡΩΙ ΣΤΟ ΚΑΦΕ ΚΑΠΡΙΣ
[WEDNESDAY MORNING IN THE CAFÉ CAPRICE]


Υπάρχει ένα σφυρί που χτυπά επίμονα
Στην ψηλότερη αριστερή μεριά της στέγης.

Ένα ξεφύσημα ατμού απ’ το ξύπνημα του καπουτσίνο.
Μια περιστρεφόμενη μηχανή που εξαντλεί τον εαυτό της
Ή τον αέρα
Ή κάτι άλλο αβοήθητο και σιωπηλό.

Κάποιος βγάζει φακελάκια εσπρέσσο απ’ το πακέτο τους
Δίπλα σ’ ένα κουτί, μέταλλο πάνω στο μέταλλο.
Ο Ντην Μάρτιν σιγοτραγουδά την αγάπη του
Σε χίλια βιολιά.
Το σκουπιδιάρικο πατικώνει τ’ απορρίμματα του δρόμου
Στις τέσσερις διαστάσεις της μουσικής.

Κουτάλια τσαγιού κρατούν το ρυθμό στους δίσκους.
Μια μύγα μονολογεί και ξαναμονολογεί στο χέρι μου.

Απέναντι απ’ το δρόμο η θάλασσα στη δική της βουβή
Κινηματογραφική ταινία
Πετά ψηλά κύματα, πιάνοντάς τα
Στα γαλανά της μπράτσα.


 
(περισσότερα στο Κουκούτσι αρ. 2)