Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

Από τη σύνταξη


Έλληνα αναγνώστη (πρώην καταναλωτή) αν πετάγεσαι από τον ύπνο σου φωνάζοντας στον εαυτό σου την φράση: Θέλω να βγω από μέσα μου για να δω αν ζω αληθινά. Αν λυπάσαι για όσα δικά σου προσφέρεις αλλά γρήγορα ξεχνάς πως σου ανήκαν. Αν πέθανε η γυναίκα και το παιδί σου και διαλαλείς την φτηνή πραμάτεια σου στα παλιατζίδικα των δρόμων δίχως όμως να κοροϊδεύεις τους πελάτες σου. Αν ποτέ άκουσες το σώμα σου να μιλά το καλοκαίρι και να λέει ''Ανέβηκα απάνω στο βράχο για να με λατρέψω'' μα κατεβαίνοντας άκουσες την ψυχή σου υπερήφανη να συμπληρώνει ''Όμως νίκησα τον ύπνο γιατί κατάλαβα ότι κανείς δεν με κυνηγούσε''. Αν μοιράστηκες με την αγριεμένη θάλασσα τη μέθη των πελώριων κυμάτων της και έφτασες σώος στη στεριά. Αν υποστηρίζεις ότι η σήψη των ημερών σου ξεκίνησε με ένα λαμπρό πυροτέχνημα πριν από πολλούς αιώνες. Αν ξέρεις ότι η απελπισία σου είναι ένα ακόμη παιδί που γέννησες και ότι ο Θεός σιωπά για να μιλήσεις εσύ και να κραυγάσεις επίσης. Αν νιώθεις ότι είσαι ένα κινούμενο δέντρο που βγάζει χιλιάδες κλαδιά το λεπτό κι ότι κάθε κλαδί που ξεμυτά συστρέφεται γύρω από ένα άλλο αλλά εσύ αγαπάς το φως και το κλαδευτήρι. Αν γνωρίζεις ότι ο άνθρωπος νοσταλγεί τον παράδεισο όχι επειδή βρίσκεται στην κόλαση αλλά επειδή δεν βρίσκεται ούτε εκεί. Αν πιστεύεις ότι πρώτα τα δέντρα κατέβασαν τον Χριστό στη γη. Αν φυλάς τα κουκούτσια αφού τα φτύνεις για να ’χεις να μετράς την ευτυχία. Αν τώρα της ζωής σου το καλοκαίρι μικρό και προδομένο κείται στην κοιλιά σου και δεν έχει πια μάτια για να βλέπει και το στόμα του για κανέναν πια δεν ανοίγει, κι ενώ εκεί που νόμιζες ότι ήσουν ο Κόσμος όλος ανακαλύπτεις προς έκπληξή σου ότι είσαι κάτι τι. Αν κατάλαβες ότι αυτό που μόλις διάβασες δεν είναι ποίημα τότε αλλοίμονο ένα άγαλμα κοιμάται για σένα μες στην πέτρα κι ακόμη δεν το ξέρεις.

Βασίλης Ζηλάκος

Σαιν-Τζων Περς

Σαιν-Τζων Περς (ψευδώνυμο του Alexis Leger ⁄ Αλέξις Λέγκερ). Γεννήθηκε στις 31 Μαΐου 1887 και πέθανε στις 20 Σεπτεμβρίου 1975. Το 1960 κέρδισε το βραβείο Νόμπελ. Ήταν γόνος παλαιάς αριστοκρατικής οικογένειας από τη βουργουνδία. Από το 1914 σταδιοδρομεί στο διπλωματικό σώμα….

Μετάφραση: Σοφία Κωνσταντέλλου

Περί Ποίησης

Δέχθηκα στο όνομα της ποίησης την τιμή που της δόθηκε εδώ και την οποία αγωνιώ να αποδώσω. Χωρίς εσάς η ποίηση δεν θα έχαιρε συχνά εκτίμησης, καθώς φαίνεται πως υπάρχει μια αυξανόμενη διάσταση μεταξύ της συγγραφής ποίησης και μιας κοινωνίας-υποχείριο του υλισμού. Ο ποιητής δέχεται αυτόν τον διαχωρισμό, παρ’ όλο που δεν τον επιζήτησε. Αυτός ο διαχωρισμός θα μπορούσε να ισχύει εξίσου και για τους επιστήμονες, αν δεν υπήρχαν οι πρακτικές εφαρμογές της επιστήμης. Αλλά είναι η παρόμοια σκέψη του επιστήμονα και του ποιητή που τιμάται εδώ. Σε αυτό το χώρο αφήστε τους τουλάχιστον να μην θεωρούνται εχθρικά αδέλφια. Εξερευνούν την ίδια άβυσσο και το μόνο που διαφέρει μεταξύ τους είναι ο τρόπος που την εξερευνούν….


(ολόκληρη η ομιλία για την αποδοχή του βραβείου Νόμπελ στο Κουκούτσι αρ. 5)

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

Σρέτσκο Κοσοβέλ

Ο Σρέτσκο Κοσοβέλ –ο «Ρεμπώ» του σλαβόφωνου κόσμου– γεννήθηκε στην πόλη Σεζάνα της Σλοβενίας, το 1904. Σπουδάζει Ρωμανική και Σλαβική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Λιουμπλιάνας. Το 1922, ιδρύει το λογοτεχνικό περιοδικό Lepa Vida. Η συντακτική επιτροπή του εντύπου αποτελείται από Σλοβένους φοιτητές που αντιδρούν στην κατοχή της πατρίδας τους από τα ιταλικά στρατεύματα. Το 1923, εκδίδει την εφημερίδα Novi Kres και το 1925 το πρωτοποριακό περιοδικό Mladina, το οποίο ο Κοσοβέλ φιλοδοξεί να ανάγει σε πανεθνική, αριστερή έκδοση που θα φιλοξενεί όλους τους μοντερνιστές και αβανγκάρντ καλλιτέχνες της ευρύτερης γιουγκοσλαβικής επικράτειας. Πεθαίνει από μηνιγγίτιδα στις 26 Μαίου του 1926, μόλις σε ηλικία 22 ετών. Μια κορδέλα –στα χρώματα της σλοβενικής σημαίας– στολίζει το φέρετρό του. Οι Ιταλοί καραμπινιέρι που παρευρίσκονται....

Εισαγωγή και μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

ΚΟΝΣ

Ο κουρασμένος άνθρωπος της Ευρώπης
κοιτάζει θλιβερά κατά το βράδυ το χρυσό –
το εξίσου θλιβερό με την ψυχή του.
Κρας.¹
Ο πολιτισμός δεν γνωρίζει από καρδιά.
Και αντιστρόφως.
Φρικτός ο αγώνας· οδυνηρός.
Σβήνει, αδειάζει η ψυχή.
Το βράδυ καίει σαν φλόγα.
Πεθαίνει η Ευρώπη!
Έλεος! Έλεος!
Κύριε καθηγητά,
αντιλαμβάνεστε την έννοια «ζωή»;

1. Κρας: περιοχή της Σλοβενίας




(όλο το αφιέρωμα στο κουκούτσι αρ. 5)


Τζιάκομο Λεοπάρντι

Ο Giacomo Leopardi γεννήθηκε στο Recanati της Ιταλίας το 1798. Γιος αριστοκρατικής οικογένειας, έλαβε ευρεία μόρφωση και, αφού ξεπέρασε τους δασκάλους του, χρησιμοποίησε τη βιβλιοθήκη του πατέρα του και εκπαίδευσε ο ίδιος τον εαυτό του. Σε ηλικία 21 ετών ήξερε Λατινικά, Αρχαία Ελληνικά, Αγγλικά, Εβραϊκά, Γερμανικά και Ισπανικά, και είχε ήδη ξεκινήσει να μεταφράζει και να σχολιάζει τους Κλασσικούς. Η εξαιρετική του μνήμη και διάνοια καλλιεργήθηκαν σε βάθος, η υγεία του όμως ήταν πάντα πολύ εύθραυστη και η όρασή του κακή. Ανέπτυξε σοβαρή κύφωση και έπρεπε να περνά μεγάλες περιόδους χωρίς να γράφει και να διαβάζει καθόλου. Είχε πάντα δυσκολίες με τις κοινωνικές συναναστροφές και κυρίως με τις γυναίκες. Και οι τρεις μεγάλοι έρωτες της ζωής του δεν βρήκαν ανταπόκριση, με αποτέλεσμα να μην παντρευτεί ποτέ και να συμπορεύεται μόνο με λίγους στενούς φίλους....


Μετάφραση: Λένα Καλέργη
 


Το τραγούδι του κοριτσιού

Τραγούδι επίμονο, μικρής κοπέλας
Έρχεσαι από κλειστό δωμάτιο και πλανιέσαι
Στους ήσυχους δρόμους – γιατί μου ακούγεσαι
Τόσο θλιμμένο; Γιατί μου σφίγγεις τόσο την καρδιά
Και φέρνεις δάκρυα στα μάτια;
Είσαι όμως πρόσχαρο, μια γιορτινή φωνή
Για την ελπίδα. Κάθε σου νότα αντηχεί αναμονή.
Ας είσαι χαρωπό, στ’ αυτιά μου μοιάζεις θρήνος
Κι ο οίκτος τρυπάει την ψυχή μου.
Και μόνο η ιδέα της ελπίδας
Φέρνει πόνο
Σ’ αυτόν που καλά τη γνωρίζει.


(ολόκληρη η προδημοσίευση στο Κουκούτσι αρ.5)

Άννα Γρίβα

ΠΛΑΝΗ

Φορτώνω στη ράχη μου
δύο νεκρά πουλιά
τα φτερά τους
-και πεθαμένα- κροταλίζουν
κρυφά περάσματα στις φυλλωσιές
και λιτανείες στο νότο
κι έναν παλμό που ήτανε κάποτε
κήπος ατίθασος
στην όψη του αμάραντου
και στην οσμή της σάρκας

φορτώνω στη ράχη μου
δύο νεκρά πουλιά
κι όνειρα αμέριμνα
που δεν κουράζονται ποτέ
να επιστρέφουν στη φωλιά τους
όπως το ψάθινο καπέλο του καλοκαιριού
που εκτελεί πάντα την ίδια πορεία
μακριά απ’ το κεφάλι μας
όταν τ’ αφήνουμε να το ρουφήξει
το πρώτο μελτέμι
και τα ξερά φύλλα του φθινοπώρου
κι ύστερα η μνήμη που δε συγκρατεί τίποτα
αληθινά δικό μας
παρά αυτή την τελευταία ανέλιξη
σε μιαν αόρατη σκάλα

ταλαντεύομαι
και πληρώνω το βάρος μου
σε κάθε βήμα
η πτήση ξεκινά από την πλάτη μου
και τελειώνει εκεί
δεν είναι ύψους ενατένιση
αλλά παράταση αναπνοής.

(ποιήματα από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή «Οι μέρες που ήμασταν άγριοι»)

Αραμαϊκή ποίηση - Εφραίμ ο Σύρος

Ο Εφραίμ ο Σύρος ζει τον 4ο μ.Χ αιώνα. Με άλλα λόγια, στον χρυσό αιώνα των θεολογικών γραμμάτων και της επιχειρούμενης ελληνοχριστιανικής σύνθεσης. Γενέθλια πόλη του η Νίσιβις, πολιτικό και εμπορικό κέντρο της Βορειοανατολικής Μεσοποταμίας, όπου φιλοξενούνται αραμαίοι, άραβες, εβραίοι,
πέρσες, έλληνες και όπου εξακολουθούν τον 4ο μ.Χ. αιώνα να λατρεύονται αραμαϊκές ζευγαρωτές θεότητες φοινικικής καταγωγής (οι βααλίμ των εβδομήκοντα, δηλαδή οι Κύριοι, οι Ιδιοκτήτες, οι Σύζυγοι κατά μετάφραση) καθώς και βαβυλωνιακές θεότητες. Άνετα θα μπορούσε κανείς να κάνει λόγο για μια de facto δίγλωσση κοινωνία, ελληνόφωνη και αραμαιόφωνη, εντός της οποίας έδρασε ο Εφραίμ. Ο Εφραίμ ανήκει στην αραμαϊκή κοινότητα της πόλης και γεννιέται στην πρώτη δεκαετία του 300 μ.Χ (γύρω στο 306). Είναι ο αιώνας όπου η χριστιανική κοινότητα, μετά από ασυμβίβαστη και περιθωριακή πορεία τριών αιώνων, θα κουραστεί, θα υποκύψει και θα μπει στην αδιέξοδη και εκφυλιστική περιπέτεια να χαρακτηρισθεί επίσημη κρατική θρησκεία (!). Περιπέτεια απ’ την οποία δεν ανένηψε ποτέ. Ο αντιπαύλειος συσχηματισμός με «τας αρχάς και τας εξουσίας» είχε, πια, μπει σε κίνηση, με όλες τις δυνατές δικαιολογίες που θα μπορούσε κανείς να εφεύρει. Μάλιστα, διατρέχοντας με γρήγορη ματιά το πεδίο της ιστορικής πορείας της εκκλησίας, ο ιστορικός θα μπορούσε εύκολα να πει, πως η εκκλησία με την κίνησή της αυτή αντέστρεψε, ολωσδιόλου ακούσια και αναπάντεχα, τη φύση της περιθωριακότητάς της : κατέστη μονίμως περιθωριακή και μειοψηφική εκ των ένδον (Μεγ. Αθανάσιος, Μεγ.Βασίλειος, Ιω.Χρυσόστομος, Γρηγόριος Θεολόγος, Μάξιμος Ομολογητής, Γρηγόριος Παλαμάς κ.α.), αντί της περιθωριακότητας, έναντι των φορέων της έξωθεν και κρατικής εξουσίας, που βίωνε μέχρι τότε....



Εισαγωγή και μετάφραση: Στάθης Κομνηνός

2
Της άγνοιας στόμα
Χείλη που τρέμουν
Πώς, Γιε του Ζώντος, πώς να σε πω;
Γιε του Ενός
και τώρα των πολλών Γιε
μυριάδες ονόματα
Άφωνε Κύριε πώς γίνεσαι του Λόγου Κύριος;
Εραστή Εραστή, ιδού καταδιώκομαι
Λέει η Μαρία, εγώ που
την Καταφυγή γέννησα. Που να προσφύγω, πού;
Αστρόφως, του ήλιου μικρότερο
κι ωστόσο μεγαλύτερο
στο σύμβολο του Φως.
Φως μέγα, μόνο Φως
προσφορές ποιμενικές….


(όλο το εκτενές αφιέρωμα στο Κουκούτσι αρ. 5)

Ντέρεκ Γουόλκοτ

[Ο Derek Walcott, γεννήθηκε στις 23 Ιανουαρίου του 1930 στην Σάντα Λουσία των Μικρών Αντίλλων. Είναι από τους πιο σημαντικούς ποιητές της καραϊβικής. Είναι γνωστός επίσης και για τα θεατρικά του έργα τα οποία έχουν παιχτεί σ' όλο τον κόσμο και έχουν σημειώσει ιδιαίτερη επιτυχία στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη.]


Μετάφραση: Παναγιώτης Ράμμης


ΚΥΡΙΑΚΕΣ
[SABBATS, W.I.]


Εκείνα τα τσακισμένα χωριά από την μελαγχολία της Κυριακής,
που σε όλους τους ωχρούς δρόμους ένα σκυλί κοιμάται

εκείνα τα ηφαίστεια σαν χλωμά τριαντάφυλλα, ή σαν την αθεράπευτη πληγή
της φτώχιας, γύρω από της οποίας το ζαρωμένο στόμα αδύνατα αγόρια
πωλούν κίτρινη πέτρα θειαφιού

τα καμένα μπανανόφυλλα που χρησιμοποιούνται στο χορό
το ποτάμι του οποίου το κρεβάτι είναι φτιαγμένο από σπασμένα μπουκάλια
η φυτεία του κακάο όπου ένα πουλί του οποίου ο λυγμός ηχεί πρασινοκίτρινος
και στα φώτα κάτω από τα φύλλα με λοφίο
πορτοκαλί φλόγα έχει ξεχάσει το φλάουτό του

κανό ξεφλουδισμένα από το έγκαυμα του ήλιου παλεύοντας ακόμη για
να ξεφύγουν από τη θάλασσα

η νεκρή σαύρα παίρνοντας μπλε χρώμα σαν πέτρα

εκείνα τα ποτάμια, κλωστές από σάλιο, που ξέχασαν την παλιά μουσική

εκείνος ο στεγνός, ο σύντομος παραλιακός δρόμος κάτω από τα ξερά
θαλασσινά αμύγδαλα
όπου οι ρυτιδιασμένοι γέροι άνθρωποι κάθονταν
παρακολουθώντας μια λευκή γολέτα κολλημένη στα κλαδιά
και παίζοντας ντάμα με τα πουλιά που ακολουθούνε τις φρεγάτες....



(όλο το ποίημα στο Κουκούτσι αρ.5)

Έλενα Πολυγένη


Πειραματικό θέατρο: μια εκδοχή της διαφορετικότητας

Μοναχικοί καλλιτέχνες


Διανύουμε μια εποχή που δεν ευνοεί την καλλιτεχνική δημιουργία, αυτό είναι γεγονός, πόσο μάλλον τη διάθεση για σύσταση νέων πρωτοποριακών ρευμάτων στην τέχνη. Οι λόγοι πολλοί: πρώτα απ’ όλα ο κορεσμός που έχει επέλθει όχι μόνο στο σύνολο των τεχνών, αλλά στις ανθρώπινες συνήθειες και τη σύγχρονη καθημερινότητα γενικότερα, καθώς πλέον «τα πάντα έχουν συμβεί». Έτσι καθίσταται τρομερά δύσκολη η ανακάλυψη πραγμάτων ικανών να προκαλέσουν το ενδιαφέρον και να ανοίξουν καινούργιους δρόμους όσο αφορά στην αντίληψη που έχουμε για τον κόσμο.
Ο δεύτερος λόγος είναι η επιφύλαξη που υπάρχει απέναντι στους καλλιτέχνες της avant-guard, οι οποίοι συνήθως αντιμετωπίζονται ως «κάποιοι παράξενοι», όχι μόνο από το κοινό που αισθάνεται ξένο μ’ αυτό τον τρόπο έκφρασης εφόσον είναι εξοικειωμένο με άλλου ύφους θεάματα, αλλά και από την πλειοψηφία της καλλιτεχνικής κοινότητας, πράγμα που είναι ιδιαίτερα εμφανές στον τομέα του πειραματικού θεάτρου στη χώρα μας. Το ελληνικό θεατρικό τοπίο διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από δημιουργούς που είτε είναι προσκολλημένοι στις αρχές του παραδοσιακού θεάτρου το οποίο απλά διακοσμούν με κάποιες πινελιές εκσυγχρονισμού, (πχ. Χρησιμοποιώντας τεχνολογικά μέσα), είτε μέσω νεανικών σχημάτων προσφέρουν «εύπεπτα» σκηνικά θεάματα τα οποία κατάγονται κυρίως από την τηλεοπτική πραγματικότητα και το life-style, με αποτέλεσμα να λειτουργούν σαν εργοστάσια που παράγουν με μηχανιστικό τρόπο προϊόντα για άμεση κατανάλωση.
Θα ήθελα να αναφερθώ πιο εκτεταμένα στον τρόπο που αντιμετωπίζει η κριτική τις παραστάσεις του είδους, πράγμα που ευθύνεται κατά μεγάλο μέρος για το «κλείσιμο» του ερευνητικού θεάτρου και τη μοναχική του πορεία. Είναι γνωστό ότι η κριτική ανάλυση αποτελεί ένα πολύ σημαντικό είδος γραπτού λόγου, που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις πάνω στο εκάστοτε αντικείμενο και διαρκή μελέτη της εξελικτικής του πορείας....



(όλο το δοκίμιο στο Κουκούτσι αρ. 5)

Γιώργος Γεωργούσης

 
Η ΩΔΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΜΠΑΙΚΤΗ

ά

Στην αρχή ήταν η ανάσα˙
ανάκουστη κι αταξίδευτη
Τα βράγχια ανάμεσα σε πέτρες και λέξεις.
Ύστερα ήρθαν η βουή, τα απέραντα ύδατα,
το ενδιάμεσο κενό.

Να ΄μαι, είπε˙ δώδεκα τέρμενα ξέμπαρκος.
Εδώ ακίνητος˙ σαν τις πέτρες, σαν τις λέξεις.
Αλλιώς δεν θα πιστέψουν πως λείπω.
Ακίνητος, λοιπόν.
Αν γείρω κατά έξω, θα με προδώσει ο ίσκιος μου.
Αν γείρω κατά μέσα, θα σπάσω το γυάλινο μάτι,
Τίποτα δεν θα βλέπω,
Θα ξεχειλίσω απ’ τον εαυτό μου.




(όλη η ''Ωδή για τον συμπαίχτη'' ως βιβλίο και προσφορά του περιοδικού στο τεύχος 5)